Με μια δικαστική απόφαση, που χαρακτηρίστηκε «ιστορική» και δημιουργεί δεδικασμένο, ο Αυστραλός ομοσπονδιακός δικαστής Κρίστοφερ Τζέσαπ, αποφάνθηκε ότι γνωστό αντιφλεγμονώδες φάρμακο, το οποίο εφέρετο να ευθύνεται για δεκάδες εκατομμύρια καρδιακές κρίσεις, δεν έπρεπε να διατίθεται στην αγορά.
Ο δικαστής αποφάνθηκε πως πράγματι, το συγκεκριμένο φάρμακο διπλασιάζει τον κίνδυνο καρδιακής πάθησης και πως «η εταιρία δεν θα έπρεπε να το διαθέτει στην αγορά, παραβιάζοντας τη σχετική νομοθεσία».
Η εταιρία είχε μηνυθεί από τον 59χρονο Αυστραλό Γκράεμ Πίτερσεν, ο οποίος υποστήριξε ότι το 2003 υπέστη καρδιακή προσβολή. Κατά τον μηνυτή, ήταν η περίοδος που έπαιρνε το χάπι καθημερινά.
Ο δικαστής είπε ότι η εταιρία που έκανε τη διανομή του συγκεκριμένου φαρμάκου στην Αυστραλία, δεν ενημέρωσε τον ιατρικό κόσμο για τις επικίνδυνες παρενέργειές του και αποφάσισε για τον Πίτερσεν αποζημίωση ύψους 287.000 δολαρίων. Η εταιρία έκανε αμέσως γνωστό πως θα υποβάλει έφεση κατά της καταδικαστικής απόφασης.
Η νομική εταιρία, που είχε αναλάβει την υπόθεση για λογαριασμό του κ. Πίτερσεν, κοινοποίησε ότι «υπάρχουν εκατοντάδες Αυστραλοί, που υπέστησαν καρδιακά επεισόδια από τη χρήση του φαρμάκου και πιθανότατα και αυτοί θα διεκδικήσουν αποζημίωση μέσω της δικαστικής οδού».
Η εταιρεία, πάντως, απέσυρε από την αγορά το φάρμακο, το 2004. Μια ανάλυση μεγάλης κλίμακας, που δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους στη βρετανική ιατρική επιθεώρηση «The Lancet», είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω φάρμακο θα έπρεπε να έχει αποσυρθεί από την αγορά πολύ νωρίτερα, αφού οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι ήταν προφανείς.
Το 2007, η εταιρεία δέχθηκε έναν φιλικό διακανονισμό, ύψους 4,85 δισ. δολαρίων, προκειμένου να διευθετήσει το 95% των 26.600 μηνύσεων εναντίον της που αφορούσαν το εν λόγω χάπι, χωρίς ωστόσο να παραδέχεται ενοχή.
Σύμφωνα με τον αυστραλιανό Τύπο, μετά την απόφαση του δικαστηρίου, χιλιάδες άτομα από την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τον Καναδά ενδέχεται τώρα να διεκδικήσουν αποζημιώσεις. «Νομικοί από όλο τον κόσμο παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την απόφαση της δίκης, που διήρκεσε τρεις μήνες», γράφει η εφημερίδα «The Age».